Στην ψυχοθεραπεία καταφεύγουν οι άνθρωποι που θέλουν να βελτιώσουν τη σχέση του με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους, που έχουν δυσκολίες σχετικά με θέματα αυτοεκτίμησης, διεκδικητικότητας ή επικοινωνίας, που αντιμετωπίζουν προβλήματα διαχείρισης του χρόνου και του στρες, που προσπαθούν να προσαρμοστούν σε μια νέα κατάσταση όπως η αλλαγή διαμονής ή η γέννηση ενός παιδιού κ.α.

Ακόμη, στην ψυχοθεραπεία καταφεύγουν άνθρωποι με ψυχικές διαταραχές, συναισθηματικά προβλήματα αλλά και άνθρωποι που διανύουν μια κρίση.

Συνεπώς στην ψυχοθεραπεία καταφεύγει κάθε άνθρωπος που βρίσκει τη δύναμη να αναζητήσει τη βοήθεια που έχει ανάγκη για τους δικούς του λόγους.

Στον ψυχοθεραπευτή καταφεύγουν οι άνθρωποι που έχουν φίλους και οι άνθρωποι που δεν έχουν φίλους, όταν αναγνωρίσουν την ανάγκη τους να λάβουν βοήθεια για ζητήματα που τους δυσκολεύουν και βρουν το θάρρος να την αναζητήσουν. Η ψυχοθεραπευτική σχέση έχει συγκεκριμένο θεραπευτικό πλαίσιο και δεν περιλαμβάνει τα προσωπικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις φιλικές σχέσεις, συνεπώς είναι εντελώς ανεξάρτητο αν κάποιος έχει ή δεν έχει φίλους όταν επιλέγει να κάνει ψυχοθεραπεία.

Η αναζήτηση βοήθειας από τον ψυχοθεραπευτή αποτελεί από μόνη της απόδειξη δύναμης. Είναι το πρώτο θαρραλέο βήμα των ανθρώπων που αναγνωρίζουν την ανάγκη τους να αλλάξουν τα πράγματα που δεν ταιριάζουν με τον τρόπο που θέλουν να ζουν.

Το μαγικό ραβδί που λύνει τα προβλήματα των άλλων, δεν το έχει κανένας άνθρωπος, επομένως ούτε και ο ψυχοθεραπευτής.

Όσοι ζητούν τη βοήθειά του συνήθως βιώνουν μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στον “πραγματικό εαυτό”, τον “ιδανικό εαυτό” και τον “αναγκαίο εαυτό”. Ο “πραγματικός εαυτός” αναφέρεται στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, ο “ιδανικός” σε αυτό που θα θέλαμε να γίνουμε, ο “αναγκαίος” σε αυτό που πρέπει να είμαστε ή να κάνουμε. Η σύγκρουση μεταξύ τους, σύμφωνα με τον Carl Rogers, δημιουργεί μια έλλειψη ισορροπίας. Μέσα από την θεραπεία και τη διείσδυση σε συναισθήματα, σκέψεις, ανησυχίες, ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να βρει την ισορροπία στην οποία στοχεύει η προσωποκεντρική θεραπεία.

Είναι φυσικό να ανησυχεί ο θεραπευόμενος για το αν τα βιώματα του θεραπευτή, του επιτρέπουν να τον κατανοήσει και να τον βοηθήσει.

Στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία όμως σημασία δεν έχουν τα κοινά βιώματα αλλά η ικανότητα του ψυχοθεραπευτή να αναγνωρίσει τη μοναδικότητα των εμπειριών και των βιωμάτων του θεραπευόμενου και να τον κατανοήσει ως ξεχωριστό άνθρωπο ακόμη και αν τυγχάνει να είχαν κοινά βιώματα.

Εάν, παραδείγματος χάριν, ο θεραπευόμενος αντιμετωπίζει προβλήματα εθισμού, ο ψυχοθεραπευτής καλείται να διερευνήσει την αιτία που ωθεί τον θεραπευόμενο στον εθισμό, ανεξάρτητα από τον αν ο ίδιος είχε ή δεν είχε στο παρελθόν την ίδια εμπειρία.

Η ηλικία του θεραπευτή είναι ανεξάρτητη από την ικανότητα και την καταλληλότητα του για τον θεραπευόμενο. Εάν ωστόσο ο θεραπευόμενος αισθάνεται ότι η ηλικία αποτελεί εμπόδιο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης, είναι σημαντικό να το μοιραστεί με τον θεραπευτή του και εάν κριθεί απαραίτητο να παραπεμφθεί σε ένα θεραπευτή που πλησιάζει περισσότερο τις δικές του ανάγκες.

Η ψυχοθεραπεία λειτουργεί ως ένα όχημα προς την αυτονομία και την ανεξαρτησία του θεραπευόμενου, από εξωτερικές και εσωτερικές πηγές αξιολόγησης του εαυτού του. Συνεπώς η ψυχοθεραπευτική διαδικασία δημιουργεί ακριβώς το αντίθετο της εξάρτησης: Μαθαίνει τον θεραπευόμενο να είναι ο ίδιος θεραπευτής του εαυτού του.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να διαρκέσει μόνο για λίγες συνεδρίες ή για περισσότερο καιρό. Δεν διαρκεί όμως για πάντα και αυτό εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες όπως οι στόχοι του θεραπευόμενου, η θεραπευτική “συμμαχία” μεταξύ θεραπευόμενου και θεραπευτή, η δεκτικότητα στη θεραπεία κ.α. Μπορεί κανείς να χρειαστεί ψυχοθεραπεία για αρκετό καιρό, ενώ κάποιος άλλος να πάρει ό, τι του χρειάζεται σε πολύ λίγες συνεδρίες. Επίσης μπορεί κάποιος να χρειάζεται κάποιες συνεδρίες σε αραιά χρονικά διαστήματα ή μια συντήρηση της ψυχοθεραπείας που έχει ολοκληρώσει ανά περιόδους.

Η εξερεύνηση του παρελθόντος είναι μια μόνο πτυχή της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που βοηθά τον θεραπευόμενο να κατανοήσει το πώς η παιδική του ηλικία μπορεί να έχει συμβάλλει στα προβλήματα που βιώνει στο παρόν. Η θεραπεία που προσκολλάται στο παρελθόν και δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα του παρόντος δεν είναι εκείνη που θα βοηθήσει τον θεραπευόμενο. Όπως ούτε και η θεραπεία που καταλήγει με τον θεραπευόμενο να επιρρίπτει ευθύνες για τα προβλήματά του στους γονείς και σε άλλα πρόσωπα χωρίς να τον φέρνει αντιμέτωπο με την ευθύνη που έχει ο ίδιος για τον εαυτό και τη ζωή του. Η Προσωποκεντρική θεραπεία στοχεύει στην ισορροπία στο εδώ και το τώρα, ανατρέχοντας στο παρελθόν μονάχα προκειμένου να αλλάξει το πώς το βλέπει ο θεραπευόμενος, πώς νιώθει γι’ αυτό και μέσα από αυτό να αλλάξει τον τρόπο που βιώνει το παρόν.